ἀχερωΐς


ἀχερωΐς
ἀχερωΐς, Silberpappel, populus alba; von Ἀχέρων, weil sie Herakles aus der Unterwelt herausgeholt haben soll

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἀχερωίς — ἀχερωΐς , ἀχερωίς white poplar fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αχερωίς — ἀχερωΐς ( ίδος), η (Α) 1. η λεύκα 2. φρ. «Ἀχερωΐδες ὄχθαι» οι όχθες του Αχέροντος της Μικράς Ασίας. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. παράγωγο ενός θ. αχερω (ή αχερωσ ή αχερωF ) με επίθημα ις. Από τους αρχαίους θεωρήθηκε, ίσως παρετυμολογικά, παράγωγο του Αχέρων… …   Dictionary of Greek

  • Ἀχερωίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀχερωίδα — Ἀχερωίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀχερωίδες — Ἀχερωίς fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀχερωίδι — Ἀχερωίς fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀχερωίδος — Ἀχερωίς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχερωίδα — ἀχερωΐδα , ἀχερωίς white poplar fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχερωίδες — ἀχερωΐδες , ἀχερωίς white poplar fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχερωίδι — ἀχερωΐδι , ἀχερωίς white poplar fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχερωίδος — ἀχερωΐδος , ἀχερωίς white poplar fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.